Ερευνητικές εργασίες στο Λύκειο

Ερευνητικές εργασίες στο Λύκειο: ένα παράθυρο στη γνώση

ή μια ακόμη παραπλανητική υπόσχεση;

 Από τη σχολική χρονιά 2011-12, εντάχτηκε στο Αναλυτικό Πρόγραμμα του Λυκείου ένα νέο μάθημα, η Ερευνητική Εργασία – Project, στα πλαίσια της προσπάθειας για τη δημιουργία του Νέου Λυκείου. Το μάθημα αυτό θεωρείται εκπαιδευτική καινοτομία καθώς στηρίζεται στις αρχές της ενεργητικής μάθησης. Σύμφωνα με αυτές τις αρχές, η διαδικασία της μάθησης γίνεται περισσότερο μαθητοκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι  ο μαθητής ως μικρός «διανοούμενος», επιστήμονας και ερευνητής αυτενεργεί και αναζητά και ανακαλύπτει μόνος του τη γνώση, με τη συνδρομή και καθοδήγηση του εκπαιδευτικού.

Πιο συγκεκριμένα, τέσσερις παιδαγωγικές αρχές στηρίζουν τη φιλοσοφία του νέου μαθήματος. Πρώτον, η αρχή της διερευνητικής προσέγγισης της μάθησης, σύμφωνα με την οποία η μάθηση συνδέεται με την ενεργό δράση του μαθητή, που με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα θέτει ερωτήματα και επιδιώκει να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις σ’ αυτά. Στη συνέχεια, η αρχή της διεπιστημονικότητας η οποία βασίζεται στη σφαιρική κατανόηση του κοινωνικού και του φυσικού κόσμου και στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Ο όρος διαθεματικότητα χρησιμοποιείται, επίσης, για να περιγράψει την παραπάνω προσέγγιση. Τρίτον, η αρχή της ομαδοσυνεργατικής μάθησης. Η κοινωνική Ψυχολογία αποδεικνύει ότι οι δυνατότητες για μάθηση που παρέχει η ομάδα ξεπερνούν το άθροισμα των ατομικών δυνατοτήτων των μελών της.  Τέλος, το σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τις μαθησιακές ιδιαιτερότητες του κάθε μαθητή. Πάνω σ’ αυτή τη λογική κινείται η αρχή της διαφοροποιημένης προσέγγισης στη μάθηση, η οποία αποβλέπει στο να προσφέρει το δικαίωμα στο κάθε παιδί να μαθαίνει με το δικό του τρόπο και ρυθμό και ανάλογα με τις ανάγκες του.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, που βασίζονται σε καθημερινές συζητήσεις στα σχολεία αλλά και σε έρευνα του υπουργείου Παιδείας,  το νέο μάθημα θεωρείται ιδιαίτερα ενδιαφέρον και από τους μαθητές και από τους καθηγητές. Ανοίγει νέους δρόμους και δίνει νέες δυνατότητες στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αλλάζει το διδακτικό ρόλο των εκπαιδευτικών και το μαθησιακό ρόλο  των μαθητών. Οι δεύτεροι ενθαρρύνονται να επιλέγουν, να κριτικάρουν, να δημιουργούν και να συνδέουν τη γνώση με την πραγματική ζωή και οι πρώτοι να τους συνδράμουν σε αυτή την προσπάθεια.

Τα θέματα που διερευνήθηκαν, κατά την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μαθήματος, ήταν ποικίλα και το σημαντικότερο, προέρχονταν από διάφορους γνωστικούς τομείς π.χ επιστήμη, τέχνη, περιβάλλον, αγωγή υγείας κλπ. Τα αποτελέσματα των ερευνητικών εργασιών της πρώτης χρονιάς, σύμφωνα με τα λεγόμενα των συμμετεχόντων,  μοιάζουν να είναι θετικά.  Επιπλέον, ένα σημαντικό στοιχείο που προσμετράται στα θετικά της όλης διεργασίας είναι ότι τα όποια αποτελέσματα ήταν προϊόν συνεργασίας της ομάδας: των μαθητών μεταξύ τους, των καθηγητών μεταξύ τους αλλά και των μαθητών και των καθηγητών τους.

Παρόλα αυτά, κατά την εφαρμογή του μαθήματος αυτού στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, παρατηρούνται αρκετές δυσκολίες. Το συγκεκριμένο μάθημα για να γίνει σωστά, δηλ. να είναι μια πραγματικά επιστημονική εργασία,  απαιτεί κάποιες προϋποθέσεις. Πρέπει να υπάρχει η κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή (εποπτικά μέσα, υπολογιστές, διαδίκτυο, εργαστήρια κλπ.) και επιμορφωμένοι καθηγητές στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Όσο για την υποδομή, είναι γνωστό ότι στα ελληνικά δημόσια σχολεία είναι υποτυπώδης και αναχρονιστική, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διαδικασία και ένα μέρος της δουλειάς να πρέπει να γίνεται ατομικά στα σπίτια των μαθητών, πράγμα αντίθετο στη φιλοσοφία του μαθήματος. Αναφερόμενοι, τώρα, στους εκπαιδευτικούς, πρέπει να πούμε ότι ελάχιστο ποσοστό από αυτούς που ανέλαβαν να ασχοληθούν με το εν λόγω μάθημα ήταν κατάλληλα ενημερωμένοι και προετοιμασμένοι και αυτό όχι από δική τους υπαιτιότητα. Απλά, το υπουργείο αποφάσισε να επιμορφώσει κάποιους, “ενδεικτικά”, οι οποίοι όφειλαν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές…

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε ότι για να πετύχει ο στόχος του υπουργείου και  να “αλλάξει” το σχολείο,  θα έπρεπε προς την κατεύθυνση που χαράζει το μάθημα των ερευνητικών εργασιών να λειτουργήσει όλο το σύστημα στη δευτεροβάθμια αλλά και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Γιατί ως γνωστόν “ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη”. Εξάλλου, όταν σε όλα τα άλλα μαθήματα ο τρόπος διδασκαλίας και αξιολόγησης είναι διαφορετικός, δηλ. κατεξοχήν δασκαλοκεντρικός και ανταγωνιστικός, η νοοτροπία των μαθητών διαμορφώνεται σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία και είναι πολύ δύσκολο να τροποποιηθεί για ένα μόνο μάθημα.

Καταλήγοντας, το νέο μάθημα των Ερευνητικών Εργασιών φαίνεται να έχει προοπτικές. Πρέπει, όμως, η εφαρμογή του να γίνει σωστά και υπεύθυνα. Ας εκτιμήσουμε όλοι οι ενδιαφερόμενοι το δικαίωμα της επιλογής του τι θα διδάξουμε και τι θα διδαχθούμε , που για πρώτη ίσως φορά δίνεται στο ελληνικό σχολείο και ας πραγματευτούμε με επιστημονικό τρόπο ζητήματα της σύγχρονης ζωής που μας προβληματίζουν και μας ενδιαφέρουν. Κι ας προσπαθήσουμε μέσα στις δυσκολίες του υπάρχοντος συστήματος να ισχυροποιήσουμε τα ευοίωνα στοιχεία του εκπαιδευτικού εργαλείου που μας παρέχεται και να προσεγγίσουμε την αληθινή γνώση με τον καλύτερο για εμάς δυνατό τρόπο.

 από την Πολυξένη Σίμου

Φιλόλογος 4ου ΓΕ.Λ. Π.Φαλήρου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *